Griechisch | Phrasen - Geschäftskorrespondenz | Termin

Termin - Vereinbarung

Jeg vil gerne have en aftale med Hr. Smith, tak.
Θα ήθελα να κλείσω ραντεβού με τον Κυρ. Ιωάννου παρακαλώ.
Formell, sehr höflich
Hvornår passer det dig?
Πότε θα σας ήταν βολικό;
Formell, höflich
Kan vi arrangere et møde?
Μπορούμε να κανονίσουμε μια συνάντηση;
Formell, höflich
Jeg synes vi skal mødes.
Νομίζω ότι πρέπει να βρεθούμε.
Formell, direkt

Termin - Verschieben

Jeg spekulerer på om vi kan udskyde vores møde?
Θα ήταν δυνατό να αναβάλουμε την συνάντηση μας;
Formell, sehr höflich
Jeg kan ikke nå at være der klokken 14 i morgen. Kan vi gøre det lidt senere, for eksempel klokken 16?
Δεν θα μπορέσω να έρθω αύριο στις 2 μ.μ. Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε λίγο αργότερα; Για παράδειγμα στις 4;
Formell, höflich
Vil det være muligt at aftale en anden dato?
Θα ήταν δυνατό να ορίσουμε διαφορετική ημερομηνία;
Formell, höflich
Jeg er nødt til at udskyde vores møde til...
Θα πρέπει να αναβάλω την συνάντηση μας ως τις...
Formell, höflich
Jeg er desværre kommet til at dobbel booke den dag vi har aftalt at mødes. Vil det være muligt at aftale en anden dag?
Δυστυχώς, έχω άλλο ραντεβού για την ίδια μέρα που κανονίσαμε να συναντηθούμε. Θα ήταν δυνατόν να ορίσουμε άλλη ημερομηνία;
Formell, höflich
Jeg er tvunget til at ændre datoen for vores møde.
Είμαι αναγκασμένος να αλλάξω την ημερομηνία της συνάντησης μας.
Formell, direkt
Kan vi mødes lidt tidligere/senere?
Μπορούμε να την κάνουμε λίγο πιο νωρίς/αργά;
Formell, direkt

Termin - Absage

Jeg kunne ikke få fat i dig over telefonen, så jeg skriver denne mail for at fortælle dig at jeg er nødt til at aflyse vores aftale i morgen. Jeg er i særdeles ked af enhver form for ulejlighed det har forårsaget.
Δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω μαζί σας μέσω τηλεφώνου, γι' αυτό σας στέλλω αυτό το email για να σας ειδοποιήσω ότι πρέπει να ακυρώσω το αυριανό ραντεβού μας.
Formell, höflich
Beklageligt, er jeg nødt til at informere dig om at jeg ikke er i stand til at deltage i vores foreslået møde, og er derfor nødt til at aflyse.
Δυστυχώς, θα πρέπει να σας ενημερώσω ότι δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ στην προτεινόμενη συνάντηση μας, και έτσι θα πρέπει να την ματαιώσω.
Formell, höflich
Jeg er bange for jeg er nødt til at aflyse vores aftale i morgen.
Φοβάμαι ότι θα πρέπει να ματαιώσω το ραντεβού μας για αύριο.
Formell, höflich
På grund af..., er jeg bange for jeg er nødt til at aflyse vores aftale.
Λόγω..., φοβάμαι ότι θα πρέπει να ακυρώσω το ραντεβού μας.
Formell, höflich